Διαζύγιο με αντιδικία

Σε περίπτωση μη ύπαρξης συναίνεσης μεταξύ των συζύγων, ο γάμος μπορεί να λυθεί με ενέργειες που μπορούν να εκκινήσουν μονομερώς από τον κάθε σύζυγο χωριστά. 

Σε περίπτωση αντιδικίας, ο γάμος λύνεται α) είτε λόγω ισχυρών κλονιστικών γεγονότων του γάμου (διαζύγιο λόγω ισχυρού κλονισμού του γάμου) β) είτε λόγω διαστάσεως υπέρ τη διετία (διαζύγιο λόγω διετούς διάστασης). Αναλυτικότερα: 

α. Καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγόμενου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της εγγάμου συμβίωσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Κλονισμός του γάμου επέρχεται, όταν εκλείπει η ψυχική διάθεση του ενός ή και των δύο συζύγων για τη συνέχιση της εγγάμου συμβιώσεως. 

Προς διευκόλυνση μάλιστα της απόδειξης του ισχυρού κλονισμού του γάμου, ο νόμος καθιερώνει μία σειρά από περιπτώσεις, οι οποία συνιστούν ex lege μαχητά τεκμήρια ισχυρού κλονισμού, δηλαδή η επίκληση και η απόδειξή τους αρκεί για τη λύση του γάμου, χωρίς να απαιτείται να αποδειχθεί περαιτέρω και η τυχόν υπαιτιότητα  του ενός ή οτυ άλλου συυζύγου και περιλαμβάνουν περιοριστικά τις κάτωθι περιπτώσεις: τη διγαμία, τη μοιχεία, την εγκατάλειψη συζυγικής στέγης, την επιβουλή της ζωής και την άσκηση ενδοοικογενειακής βίας. 

β. Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς για δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, ανεξαρτήτως από το ποιος είναι υπαίτιος για τον χωρισμό. Δηλαδή ακόμη και εάν ο κλονισμός οφείλεται σε γεγονός που αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του ενάγοντα, στην περίπτωση συμπλήρωσης διετούς διάστασης, και αυτός δικαιούται να ζητήσει τη λύση του γάμου με διαζύγιο. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά τον χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που πραγματοποιήθηκαν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων. 

Η διάσταση αποτελεί μία αόριστη νομική έννοια, η οποία εξειδικεύεται με βάση τις συνθήκης του κάθε συγκεκριμένου ζευγαριού. Τυπικά, διάσταση υπάρχει όταν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς (σωματικώς/εξωτερικώς) και ψυχικώς (βουλητικώς) μεταξύ τους με την κοινή βούληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, δηλαδή όταν δεν υπάρχει πλέον συγκατοίκηση ούτε κοινή θέληση για διατήρηση του γάμου. Ωστόσο στην πράξη είναι δυνατό να χωρήσει διετής διάστασης και ενόσω συνεχίζει η συγκατοίκηση ή και το αντίστροφο, να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις της, ενώ έχει διακοπή η συνοίκηση.